sourd
Pronunciation
/suʀ/

Ορισμός και σημασία του "sourd"στα γαλλικά

01

κουφός, βαρήκοος

qui est privé de l'ouïe ou dont l'audition est très faible
sourd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sourd
συγκριτικός βαθμός
plus sourd
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sourd
αρσενικό πληθυντικό
sourds
θηλυκό ενικό
sourde
θηλυκό πληθυντικό
sourdes
Παραδείγματα
Ce concert propose une interprétation en langue des signes pour les sourds.
Αυτή η συναυλία προσφέρει διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα για τους κωφούς.
02

πνιγμένος, βουβός

son étouffé ou peu résonnant
Παραδείγματα
L' explosion lointaine fit un " boum " sourd.
Η μακρινή έκρηξη έκανε ένα "μπουμ" κουφό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store