Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sourd
01
κουφός, βαρήκοος
qui est privé de l'ouïe ou dont l'audition est très faible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sourd
συγκριτικός βαθμός
plus sourd
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sourd
αρσενικό πληθυντικό
sourds
θηλυκό ενικό
sourde
θηλυκό πληθυντικό
sourdes
Παραδείγματα
Il est sourd de naissance.
Είναι κουφός από τη γέννησή του.
02
πνιγμένος, βουβός
son étouffé ou peu résonnant
Παραδείγματα
Un bruit sourd provenait du sous-sol.
Ένας βουβός θόρυβος προερχόταν από το υπόγειο.



























