Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soulever
01
σηκώνω, ανυψώνω
lever ou déplacer quelque chose en appliquant une force vers le haut
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soulève
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soulevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soulèverai
ενεστώτα μετοχή
soulevant
παθητική μετοχή
soulevé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soulevions
Παραδείγματα
Le vent soulève les feuilles mortes.
Ο άνεμος σηκώνει τα νεκρά φύλλα.
02
επαναστατώ, εξεγείρομαι
se révolter contre une autorité ou un pouvoir établi
Παραδείγματα
La population pourrait se soulever si la situation continue.
Ο πληθυσμός μπορεί να εξεγερθεί αν η κατάσταση συνεχιστεί.
03
προκαλώ, εγείρω
provoquer ou faire naître (une réaction, une émotion, une question)
Παραδείγματα
Cette théorie soulève beaucoup de doutes.
Αυτή η θεωρία εγείρει πολλές αμφιβολίες.



























