soulever
sou
su
soo
le
ver
ve
ve
soulager

Ορισμός και σημασία του "soulever"στα γαλλικά

soulever
01

σηκώνω, ανυψώνω

lever ou déplacer quelque chose en appliquant une force vers le haut 
soulever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soulève
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soulevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soulèverai
ενεστώτα μετοχή
soulevant
παθητική μετοχή
soulevé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soulevions
Παραδείγματα
Il soulève la boîte lourde avec difficulté. 

Σηκώνει το βαρύ κουτί με δυσκολία.

02

επαναστατώ, εξεγείρομαι

se révolter contre une autorité ou un pouvoir établi 
soulever definition and meaning
Παραδείγματα
Le peuple s'est soulevé contre le dictateur. 

Ο λαός εξεγέρθηκε κατά του δικτάτορα.

03

προκαλώ, εγείρω

provoquer ou faire naître (une réaction , une émotion, une question) 
Παραδείγματα
Son discours a soulevé l'enthousiasme de la foule. 

Η ομιλία του προκάλεσε τον ενθουσιασμό του πλήθους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store