soulager
Pronunciation
/sulaʒe/

Ορισμός και σημασία του "soulager"στα γαλλικά

soulager
01

ανακουφίζω, καταπραΰνω

réduire une douleur ou un problème pour apporter du confort
soulager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soulage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soulageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soulagerai
ενεστώτα μετοχή
soulageant
παθητική μετοχή
soulagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soulagions
Παραδείγματα
Le massage a soulagé ses muscles fatigués.
Το μασάζ ανακούφισε τους κουρασμένους μύες του.
02

ανακουφίζω, παρηγορώ

apporter du réconfort ou diminuer la souffrance de quelqu'un
soulager definition and meaning
Παραδείγματα
Un sourire peut parfois soulager une grande douleur.
Ένα χαμόγελο μπορεί μερικές φορές να ανακουφίσει έναν μεγάλο πόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store