Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soulager
01
ανακουφίζω, καταπραΰνω
réduire une douleur ou un problème pour apporter du confort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soulage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soulageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soulagerai
ενεστώτα μετοχή
soulageant
παθητική μετοχή
soulagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soulagions
Παραδείγματα
Le massage a soulagé ses muscles fatigués.
Το μασάζ ανακούφισε τους κουρασμένους μύες του.
02
ανακουφίζω, παρηγορώ
apporter du réconfort ou diminuer la souffrance de quelqu'un
Παραδείγματα
Un sourire peut parfois soulager une grande douleur.
Ένα χαμόγελο μπορεί μερικές φορές να ανακουφίσει έναν μεγάλο πόνο.



























