Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soulager
01
ανακουφίζω, καταπραΰνω
réduire une douleur ou un problème pour apporter du confort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soulage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soulageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soulagerai
ενεστώτα μετοχή
soulageant
παθητική μετοχή
soulagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soulagions
Παραδείγματα
Ce médicament peut soulager les maux de tête.
Αυτό το φάρμακο μπορεί να ανακουφίσει τους πονοκεφάλους.
02
ανακουφίζω, παρηγορώ
apporter du réconfort ou diminuer la souffrance de quelqu'un
Παραδείγματα
Elle a su soulager son ami après une mauvaise nouvelle.
Ήξερε πώς να κατευνάσει τον φίλο της μετά από ένα άσχημο νέο.



























