Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le soulagement
01
ανακούφιση, ανακοπή
sentiment de repos ou de calme après la fin d'un problème ou d'une souffrance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
J'ai ressenti un grand soulagement après l'examen.
Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση μετά την εξέταση.



























