sonner
so
saw
nner
ne
ne
sonneursondersonger

Ορισμός και σημασία του "sonner"στα γαλλικά

sonner
01

χτυπώ, κουδουνίζω

produire un son (cloche, téléphone, alarme, etc. ) 
sonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sonnerai
ενεστώτα μετοχή
sonnant
παθητική μετοχή
sonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sonnions
Παραδείγματα
Le réveil sonne à 7h tous les matins. 

Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 7 κάθε πρωί.

02

χτυπώ το κουδούνι, πατάω το κουδούνι

actionner une sonnette ou un carillon à une porte 
sonner definition and meaning
Παραδείγματα
Je suis arrivé et j'ai sonné chez toi, mais pas de réponse. 

Έφτασα και χτύπησα το κουδούνι στο σπίτι σου, αλλά δεν υπήρχε απάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store