Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sonner
01
χτυπώ, κουδουνίζω
produire un son (cloche, téléphone, alarme, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sonnerai
ενεστώτα μετοχή
sonnant
παθητική μετοχή
sonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sonnions
Παραδείγματα
L' alarme incendie a sonné pendant dix minutes.
Ο συναγερμός πυρκαγιάς χτύπησε για δέκα λεπτά.
02
χτυπώ το κουδούνι, πατάω το κουδούνι
actionner une sonnette ou un carillon à une porte
Παραδείγματα
Le livreur a sonné, mais je n' ai pas entendu.
Ο διανομέας χτύπησε το κουδούνι, αλλά δεν το άκουσα.



























