sonner
Pronunciation
/sɔne/

Ορισμός και σημασία του "sonner"στα γαλλικά

sonner
01

χτυπώ, κουδουνίζω

produire un son (cloche, téléphone, alarme, etc.)
sonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sonnerai
ενεστώτα μετοχή
sonnant
παθητική μετοχή
sonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sonnions
Παραδείγματα
L' alarme incendie a sonné pendant dix minutes.
Ο συναγερμός πυρκαγιάς χτύπησε για δέκα λεπτά.
02

χτυπώ το κουδούνι, πατάω το κουδούνι

actionner une sonnette ou un carillon à une porte
sonner definition and meaning
Παραδείγματα
Le livreur a sonné, mais je n' ai pas entendu.
Ο διανομέας χτύπησε το κουδούνι, αλλά δεν το άκουσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store