Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sonder
01
διερευνώ, εξετάζω
examiner quelque chose en profondeur pour mieux comprendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sonde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sonderai
ενεστώτα μετοχή
sondant
παθητική μετοχή
sondé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sondions
Παραδείγματα
Le psychologue a sondé l' esprit de son patient.
Ο ψυχολόγος διερεύνησε το μυαλό του ασθενούς του.



























