sonder
sonder
sɔ̃de
sawde
soudersoldersonnersonger

Ορισμός και σημασία του "sonder"στα γαλλικά

sonder
01

διερευνώ, εξετάζω

examiner quelque chose en profondeur pour mieux comprendre 
sonder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sonde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sonderai
ενεστώτα μετοχή
sondant
παθητική μετοχή
sondé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sondions
Παραδείγματα
Le médecin a sondé les causes de la maladie. 

Ο γιατρός διερεύνησε τις αιτίες της ασθένειας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store