Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réussir
01
επιτυγχάνω, καταφέρνω
avoir du succès, atteindre un objectif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réussis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réussissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réussirai
ενεστώτα μετοχή
réussissant
παθητική μετοχή
réussi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réussissions
Παραδείγματα
Il a réussi dans sa carrière.
Αυτός πέτυχε στην καριέρα του.
02
επιτυγχάνω, καταφέρνω
atteindre le résultat espéré
Παραδείγματα
L' expérience a réussi du premier coup.
Το πείραμα πέτυχε από την πρώτη προσπάθεια.
03
ταιριάζω, προσφέρομαι
s'accorder ou convenir à quelqu'un ou à quelque chose
Παραδείγματα
L' endroit réussit parfaitement à l' événement.
Ο τόπος επιτυγχάνει τέλεια στην εκδήλωση.
04
καρποφορώ, μεγαλώνω καλά
donner des fruits, bien pousser
Παραδείγματα
Mon olivier ne réussit pas encore.
Η ελιά μου δεν καρποφορεί ακόμα.
05
επιτυγχάνω, κάνω καλά
obtenir un bon résultat, faire quelque chose correctement
Παραδείγματα
Nous avons réussi notre projet collectif.
Πετύχαμε το συλλογικό μας έργο.



























