Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réussir
01
επιτυγχάνω, καταφέρνω
avoir du succès, atteindre un objectif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réussis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réussissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réussirai
ενεστώτα μετοχή
réussissant
παθητική μετοχή
réussi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réussissions
Παραδείγματα
Elle a réussi son examen.
Εκείνη πέρασε την εξέτασή της.
02
επιτυγχάνω, καταφέρνω
atteindre le résultat espéré
Παραδείγματα
Le gâteau a réussi parfaitement.
Το κέικ πέτυχε τέλεια.
03
ταιριάζω, προσφέρομαι
s'accorder ou convenir à quelqu'un ou à quelque chose
Παραδείγματα
Cette couleur réussit parfaitement à ta chambre.
Αυτό το χρώμα επιτυγχάνει τέλεια στο δωμάτιό σας.
04
καρποφορώ, μεγαλώνω καλά
donner des fruits, bien pousser
Παραδείγματα
Le pommier a réussi cette année.
Η μηλιά έδωσε καρπούς φέτος.
05
επιτυγχάνω, κάνω καλά
obtenir un bon résultat, faire quelque chose correctement
Παραδείγματα
Tu as réussi ton discours.
Πέτυχες στην ομιλία σου.



























