réussir
réu
ʁey
rey
ssir
siʁ
sir
roussir

Ορισμός και σημασία του "réussir"στα γαλλικά

réussir
01

επιτυγχάνω, καταφέρνω

avoir du succès, atteindre un objectif 
réussir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réussis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réussissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réussirai
ενεστώτα μετοχή
réussissant
παθητική μετοχή
réussi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réussissions
Παραδείγματα
Elle a réussi son examen. 

Εκείνη πέρασε την εξέτασή της.

02

επιτυγχάνω, καταφέρνω

atteindre le résultat espéré 
réussir definition and meaning
Παραδείγματα
Le gâteau a réussi parfaitement. 

Το κέικ πέτυχε τέλεια.

03

ταιριάζω, προσφέρομαι

s'accorder ou convenir à quelqu'un ou à quelque chose 
réussir definition and meaning
Παραδείγματα
Cette couleur réussit parfaitement à ta chambre. 

Αυτό το χρώμα επιτυγχάνει τέλεια στο δωμάτιό σας.

04

καρποφορώ, μεγαλώνω καλά

donner des fruits, bien pousser 
Παραδείγματα
Le pommier a réussi cette année. 

Η μηλιά έδωσε καρπούς φέτος.

05

επιτυγχάνω, κάνω καλά

obtenir un bon résultat, faire quelque chose correctement 
Παραδείγματα
Tu as réussi ton discours. 

Πέτυχες στην ομιλία σου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store