Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La réfection
01
action de remettre en bon état quelque chose qui est usé ou endommagé
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La réfection de la chaussée a nécessité une déviation.



























