rouspéter
rou
ʁu
roo
spé
spe
spe
ter
ˈte
te

Ορισμός και σημασία του "rouspéter"στα γαλλικά

rouspéter
01

γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι δυνατά

exprimer son mécontentement de manière bruyante ou insistante 
rouspéter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rouspète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rouspétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rouspéterai
ενεστώτα μετοχή
rouspétant
παθητική μετοχή
rouspété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rouspétions
Παραδείγματα
Il rouspète toujours quand il doit faire la vaisselle. 

Πάντα γκρινιάζει όταν πρέπει να πλύνει τα πιάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store