Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rouspéter
01
γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι δυνατά
exprimer son mécontentement de manière bruyante ou insistante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rouspète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rouspétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rouspéterai
ενεστώτα μετοχή
rouspétant
παθητική μετοχή
rouspété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rouspétions
Παραδείγματα
Il rouspétait contre le mauvais service au restaurant.
Μουρμούριζε για την κακή εξυπηρέτηση στο εστιατόριο.



























