routier
Pronunciation
/ʀutje/

Ορισμός και σημασία του "routier"στα γαλλικά

01

σχετικός με τους δρόμους, οδικός

qui concerne les routes ou le réseau routier
routier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
routier
αρσενικό πληθυντικό
routiers
θηλυκό ενικό
routière
θηλυκό πληθυντικό
routières
Παραδείγματα
Les travaux routiers ont provoqué des embouteillages.
Τα έργα οδικού δικτύου προκάλεσαν κυκλοφοριακή συμφόρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store