routier
rout
ʁut
root
ier
je
ye
routinierroulier

Ορισμός και σημασία του "routier"στα γαλλικά

01

σχετικός με τους δρόμους, οδικός

qui concerne les routes ou le réseau routier 
routier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
routier
αρσενικό πληθυντικό
routiers
θηλυκό ενικό
routière
θηλυκό πληθυντικό
routières
Παραδείγματα
Le transport routier est essentiel pour l'économie du pays. 

Η οδική μεταφορά είναι απαραίτητη για την οικονομία της χώρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store