Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rousseur
[gender: feminine]
01
κοκκινωπότητα, κοκκινωπό χρώμα
couleur tirant sur le roux, souvent utilisée pour parler des cheveux ou de la peau légèrement colorée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les rousseurs donnent parfois un charme unique.
Η κοκκινάδα δίνει μερικές φορές μια μοναδική γοητεία.
02
φακίδα, κηλίδα
petite tache brune ou rougeâtre sur la peau, surtout chez les personnes à la peau claire et aux cheveux roux
Παραδείγματα
Elle cache ses rousseurs avec du maquillage.
Αυτή κρύβει τα φακίδες της με μακιγιάζ.



























