rompre
rompre
ʁɔ̃pʁ
rawpr

Ορισμός και σημασία του "rompre"στα γαλλικά

rompre
01

διαλύω, τερματίζω

mettre fin à un lien amoureux, amical ou professionnel 
rompre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
romps
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rompons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
romprai
ενεστώτα μετοχή
rompant
παθητική μετοχή
rompu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rompions
Παραδείγματα
Ils ont rompu après trois ans de mariage. 

Χώρισαν μετά από τρία χρόνια γάμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store