Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rompre
01
διαλύω, τερματίζω
mettre fin à un lien amoureux, amical ou professionnel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
romps
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rompons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
romprai
ενεστώτα μετοχή
rompant
παθητική μετοχή
rompu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rompions
Παραδείγματα
J' ai dû rompre avec mon meilleur ami à cause de sa malhonnêteté.
Έπρεπε να διακόψω τη σχέση με τον καλύτερό μου φίλο λόγω της ανειλικρίνειάς του.



























