rincer
rincer
ʁɛ̃se
rese

Ορισμός και σημασία του "rincer"στα γαλλικά

rincer
01

ξεπλένω, καθαρίζω με νερό

nettoyer à l'eau pour enlever du savon ou des impuretés 
rincer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rinçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rincerai
ενεστώτα μετοχή
rinçant
παθητική μετοχή
rincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rincions
Παραδείγματα
Rince bien tes cheveux après le shampoing. 

Ξέπλυνε καλά τα μαλλιά σου μετά το σαμπουάν.

02

ξεπλένω, πλένω

se nettoyer avec de l'eau pour enlever du savon ou des résidus 
Παραδείγματα
Je me rince les cheveux à l'eau froide. 

Ξεπλένω τα μαλλιά μου με κρύο νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store