Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rincer
01
ξεπλένω, καθαρίζω με νερό
nettoyer à l'eau pour enlever du savon ou des impuretés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rinçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rincerai
ενεστώτα μετοχή
rinçant
παθητική μετοχή
rincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rincions
Παραδείγματα
Rince - toi la bouche après le brossage des dents.
Ξέπλυνε το στόμα σου μετά το πλύσιμο των δοντιών.
02
ξεπλένω, πλένω
se nettoyer avec de l'eau pour enlever du savon ou des résidus
Παραδείγματα
Les enfants se rincent les mains avant de manger.
Τα παιδιά πλένουν τα χέρια τους πριν φάνε.



























