Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rigide
01
άκαμπτος, αμετάβλητος
qui ne peut pas se plier ou se déformer facilement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rigide
συγκριτικός βαθμός
plus rigide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rigide
αρσενικό πληθυντικό
rigides
θηλυκό ενικό
rigide
θηλυκό πληθυντικό
rigides
Παραδείγματα
Un matériau rigide ne change pas de forme facilement.
02
άκαμπτος, αυστηρός
qui applique les règles ou les principes de façon très stricte, sans souplesse
Παραδείγματα
Son attitude rigide rend la communication difficile.
Η άκαμπτη στάση του καθιστά τη συνομιλία δύσκολη.



























