la rigolade
ri
ʁi
ri
go
gaw
lade
lad
lad
escapadelimonademaussadecharade

Ορισμός και σημασία του "rigolade"στα γαλλικά

01

γέλιο, καγχασμός

un fait qui provoque le rire 
la rigolade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cette blague a causé une vraie rigolade. 

Αυτό το αστείο προκάλεσε ένα πραγματικό γέλιο.

02

αστείο, πλάκα

un fait drôle ou une plaisanterie 
la rigolade definition and meaning
Παραδείγματα
Il a fait une rigolade qui a fait rire tout le monde. 

Έκανε ένα αστείο που έκανε όλους να γελάσουν.

03

κάτι πολύ εύκολο, παιχνιδάκι

quelque chose de très facile 
la rigolade definition and meaning
Παραδείγματα
Cet exercice est une vraie rigolade. 

Αυτή η άσκηση είναι ένα πραγματικό αστείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store