Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rigolade
01
γέλιο, καγχασμός
un fait qui provoque le rire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cette blague a causé une vraie rigolade.
Αυτό το αστείο προκάλεσε ένα πραγματικό γέλιο.
02
αστείο, πλάκα
un fait drôle ou une plaisanterie
Παραδείγματα
Il a fait une rigolade qui a fait rire tout le monde.
Έκανε ένα αστείο που έκανε όλους να γελάσουν.
03
κάτι πολύ εύκολο, παιχνιδάκι
quelque chose de très facile
Παραδείγματα
Cet exercice est une vraie rigolade.
Αυτή η άσκηση είναι ένα πραγματικό αστείο.



























