Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rigoureux
01
αυστηρός, ακριβής
qui applique des règles ou des normes de manière très stricte et exigeante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rigoureux
συγκριτικός βαθμός
plus rigoureux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rigoureux
αρσενικό πληθυντικό
rigoureux
θηλυκό ενικό
rigoureuse
θηλυκό πληθυντικό
rigoureuses
Παραδείγματα
Le professeur est rigoureux dans la correction des copies.
Ο καθηγητής είναι αυστηρός στη διόρθωση των γραπτών.



























