rigoureux
rigoureux
ʁiguʁø
rigooreu

Ορισμός και σημασία του "rigoureux"στα γαλλικά

01

αυστηρός, ακριβής

qui applique des règles ou des normes de manière très stricte et exigeante 
rigoureux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rigoureux
συγκριτικός βαθμός
plus rigoureux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rigoureux
αρσενικό πληθυντικό
rigoureux
θηλυκό ενικό
rigoureuse
θηλυκό πληθυντικό
rigoureuses
Παραδείγματα
Le professeur est rigoureux dans la correction des copies. 

Ο καθηγητής είναι αυστηρός στη διόρθωση των γραπτών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store