risquer
ris
ʁɪs
ris
quer
ke
ke
risqué

Ορισμός και σημασία του "risquer"στα γαλλικά

risquer
01

διακινδυνεύω, εκθέτω σε κίνδυνο

mettre en danger ou exposer à un danger possible 
risquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
risque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
risquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
risquerai
ενεστώτα μετοχή
risquant
παθητική μετοχή
risqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
risquions
Παραδείγματα
Il risque sa vie pour sauver les autres. 

Διακινδυνεύει τη ζωή του για να σώσει τους άλλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store