Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
risquer
01
διακινδυνεύω, εκθέτω σε κίνδυνο
mettre en danger ou exposer à un danger possible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
risque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
risquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
risquerai
ενεστώτα μετοχή
risquant
παθητική μετοχή
risqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
risquions
Παραδείγματα
Tu risques ta santé en fumant autant.
Διακινδυνεύεις την υγεία σου καπνίζοντας τόσο πολύ.



























