Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rigueur
[gender: feminine]
01
αυστηρότητα, ακρίβεια
caractère strict, précis et exigeant dans l'action ou la pensée
Παραδείγματα
La rigueur morale est importante pour maintenir la confiance.
Η ηθική αυστηρότητα είναι σημαντική για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης.



























