ridicule
ridicule
ʁid͡zikyl
ridzikyl

Ορισμός και σημασία του "ridicule"στα γαλλικά

01

γελοίος, παράλογος

qui mérite le mépris ou le rire à cause de son caractère absurde ou mauvais 
ridicule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ridicule
συγκριτικός βαθμός
plus ridicule
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ridicule
αρσενικό πληθυντικό
ridicules
θηλυκό ενικό
ridicule
θηλυκό πληθυντικό
ridicules
Παραδείγματα
Son chapeau est vraiment ridicule. 

Το καπέλο του είναι πραγματικά γελοίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store