Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
riche
01
πλούσιος, ευκατάστατος
qui possède beaucoup d'argent ou de biens
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus riche
συγκριτικός βαθμός
plus riche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
riche
αρσενικό πληθυντικό
riches
θηλυκό ενικό
riche
θηλυκό πληθυντικό
riches
Παραδείγματα
Ils ont investi pour devenir riches.
Επένδυσαν για να γίνουν πλούσιοι.
02
πλούσιος, πλούσιος σε
qui contient beaucoup de quelque chose, souvent utilisé pour parler de nourriture, de boissons ou de texture
Παραδείγματα
Le fromage est riche en protéines et en calcium.
Το τυρί είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και ασβέστιο.



























