Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le revolver
01
ρεβόλβερ, τύμπανο πιστόλι
pistolet à barillet qui peut contenir plusieurs cartouches et tirer plusieurs coups sans rechargement immédiat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revolvers
Παραδείγματα
Le policier portait un revolver à la ceinture.
Ο αστυνομικός κουβαλούσε ένα ρεβόλβερ στη ζώνη του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
revolver
revolve



























