le revolver
re
ʁə
vol
vɔl
vawl
ver
ve
ve
révolver

Ορισμός και σημασία του "revolver"στα γαλλικά

01

ρεβόλβερ, τύμπανο πιστόλι

pistolet à barillet qui peut contenir plusieurs cartouches et tirer plusieurs coups sans rechargement immédiat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revolvers
Παραδείγματα
Le policier portait un revolver à la ceinture. 

Ο αστυνομικός κουβαλούσε ένα ρεβόλβερ στη ζώνη του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

revolver
revolve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store