Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retracer
01
σχεδιάζω, περιγράφω
raconter ou décrire l'histoire ou le parcours de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
retrace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
retraçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
retracerai
ενεστώτα μετοχή
retraçant
παθητική μετοχή
retracé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
retracions
Παραδείγματα
Il retrace les étapes de son projet devant le comité.
Ανασυνθέτει τα βήματα του έργου του μπροστά στην επιτροπή.



























