Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le retour
[gender: masculine]
01
επιστροφή, ανάκτηση
fait de revenir là d'où l'on est parti ou à une situation précédente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
retours
Παραδείγματα
Le retour à la normale prendra du temps.
Η επιστροφή στην κανονικότητα θα πάρει χρόνο.
02
ανατροφοδότηση, σχόλιο
information donnée en réponse à une demande ou à une action
Παραδείγματα
Merci pour ton retour rapide.
Ευχαριστώ για τη γρήγορη απάντησή σου.
Λεξικό Δέντρο
retour
tour



























