Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ressembler
01
μοιάζω
avoir une apparence ou des caractéristiques similaires à quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ressemble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ressemblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ressemblerai
ενεστώτα μετοχή
ressemblant
παθητική μετοχή
ressemblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ressemblions
Παραδείγματα
Tu ressembles beaucoup à ta mère.
Μοιάζεις πολύ στη μητέρα σου.
02
μοιάζουν μεταξύ τους
avoir une apparence ou des caractéristiques similaires l'un à l'autre
Παραδείγματα
Les jumeaux se ressemblent beaucoup.
Τα δίδυμα μοιάζουν πολύ μεταξύ τους.



























