Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
responsable
01
υπεύθυνος, επικεφαλής
qui a la charge d'une tâche, d'une fonction, ou d'un groupe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus responsable
συγκριτικός βαθμός
plus responsable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
responsable
αρσενικό πληθυντικό
responsables
θηλυκό ενικό
responsable
θηλυκό πληθυντικό
responsables
Παραδείγματα
Elle a été nommée responsable du service client.
Διορίστηκε υπεύθυνη για την εξυπηρέτηση πελατών.
02
υπεύθυνος, ένοχος
qui est coupable ou qui doit répondre de ses actes
Παραδείγματα
L' entreprise est responsable des dommages causés.
Η εταιρεία είναι υπεύθυνη για τις ζημιές που προκλήθηκαν.
03
υπεύθυνος, σοβαρός
qui agit avec sérieux, prudence et conscience de ses devoirs
Παραδείγματα
Les jeunes doivent avoir une consommation responsable d' Internet.
Οι νέοι πρέπει να έχουν υπεύθυνη κατανάλωση του Διαδικτύου.
Le responsable
01
διευθυντής, υπεύθυνος
personne qui dirige ou qui est en charge d'une tâche ou d'un service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
responsables
Παραδείγματα
Ils cherchent un responsable pour l' équipe technique.
Ψάχνουν έναν υπεύθυνο για την τεχνική ομάδα.



























