le renflement
renf
ʁɑ̃f
ραφ
le
λα
ment
mɑ̃
μα
reniementreniflementrenflouementrendement

Ορισμός και σημασία του "renflement"στα γαλλικά

01

προεξοχή, διάφυση

gonflement localisé visible 
le renflement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
renflements
Παραδείγματα
Un renflement anormal est apparu sur le pneu. 

Μια ανώμαλη διόγκωση εμφανίστηκε στο ελαστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store