Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remédier
01
apporter une solution à un problème ou une difficulté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
remédiant
παθητική μετοχή
remédié
Παραδείγματα
Nous n' avons pas pu remédier au problème.



























