le remède
remède
ʁəmɛd
rēmed

Ορισμός και σημασία του "remède"στα γαλλικά

01

φάρμακο, θεραπεία

substance ou méthode utilisée pour traiter une maladie ou atténuer un trouble 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
remèdes
Παραδείγματα
Le remède soulage rapidement la douleur. 

Το φάρμακο ανακουφίζει γρήγορα τον πόνο.

02

θεραπεία, λύση

solution qui permet de corriger un mal ou une difficulté 
Παραδείγματα
Ce projet n'est pas un remède à la pauvreté. 

Αυτό το έργο δεν είναι θεραπεία για τη φτώχεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store