Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le remède
[gender: masculine]
01
φάρμακο, θεραπεία
substance ou méthode utilisée pour traiter une maladie ou atténuer un trouble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
remèdes
Παραδείγματα
Le médecin propose un remède adapté à la situation.
Ο γιατρός προτείνει ένα φάρμακο που ταιριάζει στην κατάσταση.
02
θεραπεία, λύση
solution qui permet de corriger un mal ou une difficulté
Παραδείγματα
Le gouvernement propose un remède à la situation actuelle.
Η κυβέρνηση προτείνει ένα φάρμακο για την τρέχουσα κατάσταση.



























