Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refroidir
01
κρυώνω, δροσίζω
rendre moins chaud, faire baisser la température
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
refroidis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
refroidissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
refroidirai
ενεστώτα μετοχή
refroidissant
παθητική μετοχή
refroidi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
refroidissions
Παραδείγματα
Attends que la soupe refroidisse un peu.
Περίμενε να κρυώσει λίγο η σούπα.
02
αποθαρρύνω, μειώνω το ενθουσιασμό
diminuer l'enthousiasme ou l'intérêt de quelqu'un
Παραδείγματα
Son accueil glacial a refroidi tout le monde.
Η παγωμένη υποδοχή του κρύωσε όλους.
03
κρυώνω, δροσίζω
devenir froid, perdre sa chaleur progressivement
Παραδείγματα
Le métal chaud se refroidit au contact de l' eau.
Το ζεστό μέταλλο κρυώνει σε επαφή με το νερό.



























