Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refroidir
01
κρυώνω, δροσίζω
rendre moins chaud, faire baisser la température
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
refroidis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
refroidissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
refroidirai
ενεστώτα μετοχή
refroidissant
παθητική μετοχή
refroidi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
refroidissions
Παραδείγματα
Laisse refroidir le café avant de le boire.
Αφήστε τον καφέ να κρυώσει πριν τον πιείτε.
02
αποθαρρύνω, μειώνω το ενθουσιασμό
diminuer l'enthousiasme ou l'intérêt de quelqu'un
Παραδείγματα
Son attitude m'a complètement refroidi.
Η στάση του με refroidir εντελώς.
03
κρυώνω, δροσίζω
devenir froid, perdre sa chaleur progressivement
Παραδείγματα
Le thé se refroidit lentement dans la tasse.
Το τσάι κρυώνει αργά στο φλιτζάνι.



























