Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refléter
01
αντανακλώ, αποτυπώνω
renvoyer une image ou une lumière
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
reflète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reflétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
refléterai
ενεστώτα μετοχή
reflétant
παθητική μετοχή
reflété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reflétions
Παραδείγματα
La vitrine reflète les passants comme un miroir.
Το βιτρίνα αντανακλά τους περαστικούς σαν καθρέφτης.
02
αντανακλώ, αντιπροσωπεύω
représenter fidèlement, manifester clairement
Παραδείγματα
Ses paroles reflètent exactement ce que je pense.
Τα λόγια του αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτό που σκέφτομαι.
03
αντανακλώ, αντανακλώμαι
être renvoyé sous forme de lumière ou d'image
Παραδείγματα
Mon visage se reflète dans la vitrine.
Το πρόσωπό μου αντανακλάται στο βιτρίνα.
04
αντανακλώ, εκδηλώνομαι
se manifester clairement, se révéler à travers quelque chose
Παραδείγματα
Son angoisse se reflétait dans son regard.
Το άγχος της αντανακλώνταν στο βλέμμα της.



























