la recherche
re
ʁə
cherche
ʃɛʁʃ
shersh

Ορισμός και σημασία του "recherche"στα γαλλικά

01

έρευνα, αναζήτηση

activité qui consiste à étudier un sujet pour découvrir des informations nouvelles 
la recherche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
recherches
Παραδείγματα
La recherche scientifique avance rapidement. 

Η επιστημονική έρευνα προχωρά γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store