Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rayé
01
γρατζουνισμένος, ξυστός
qui présente des stries, éraflures ou marques superficielles, souvent involontaires
Παραδείγματα
La peinture de la voiture est rayée après l' accident.
Το χρώμα του αυτοκινήτου είναι γρατζουνισμένο μετά το ατύχημα.
02
διαγραμμένος, ακυρωμένος
qui est marqué d'une ligne pour indiquer qu'il a été supprimé ou annulé
Παραδείγματα
Il a rayé son ancien numéro de téléphone dans le carnet.
Διέγραψε τον παλιό του αριθμό τηλεφώνου στο σημειωματάριο.
03
ριγέ, με ρίγες
qui présente des lignes ou bandes de couleurs différentes
Παραδείγματα
Le tapis rayé combine plusieurs couleurs vives.
Το ριγέ χαλί συνδυάζει πολλά ζωηρά χρώματα.



























