rayé
rayé
ʁeje
reye
payer

Ορισμός και σημασία του "rayé"στα γαλλικά

01

γρατζουνισμένος, ξυστός

qui présente des stries, éraflures ou marques superficielles, souvent involontaires 
rayé definition and meaning
Παραδείγματα
Le disque est rayé et ne fonctionne plus correctement. 

Ο δίσκος είναι γρατζουνισμένος και δεν λειτουργεί πλέον σωστά.

02

διαγραμμένος, ακυρωμένος

qui est marqué d'une ligne pour indiquer qu'il a été supprimé ou annulé 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rayé
συγκριτικός βαθμός
plus rayé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rayé
αρσενικό πληθυντικό
rayés
θηλυκό ενικό
rayée
θηλυκό πληθυντικό
rayées
Παραδείγματα
Le mot était rayé car il était incorrect. 

Η λέξη ήταν διαγραμμένη επειδή ήταν λάθος.

03

ριγέ, με ρίγες

qui présente des lignes ou bandes de couleurs différentes 
Παραδείγματα
Il porte un pull rayé bleu et blanc. 

Φοράει ένα μπλε και άσπρο ριγέ πουλόβερ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store