rayonnant
rayonnant
ʁɛjɔnɑ̃
reyawnaa

Ορισμός και σημασία του "rayonnant"στα γαλλικά

01

λαμπερός, ακτινοβόλος

qui émet de la lumière ou brille intensément 
rayonnant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rayonnant
συγκριτικός βαθμός
plus rayonnant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rayonnant
αρσενικό πληθυντικό
rayonnants
θηλυκό ενικό
rayonnante
θηλυκό πληθυντικό
rayonnantes
Παραδείγματα
Les étoiles rayonnantes illuminent le ciel nocturne. 

Τα λαμπερά αστέρια φωτίζουν τον νυχτερινό ουρανό.

02

ακτινοβόλος, λαμπρός

qui exprime une grande joie ou bonheur, qui illumine le visage 
rayonnant definition and meaning
Παραδείγματα
Elle était rayonnante de bonheur. 

Ήταν λαμπερή από ευτυχία.

03

λαμπερός, ακτινοβόλος

qui attire par sa beauté ou son charme, séduisant 
rayonnant definition and meaning
Παραδείγματα
Elle est rayonnante dans sa robe de soirée. 

Είναι λαμπερή στο βραδινό της φόρεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store