rallonger
rallonger
ʁalɔ̃ʒe
ralawzhe

Ορισμός και σημασία του "rallonger"στα γαλλικά

rallonger
01

επιμηκύνω, παρατείνω

rendre quelque chose plus long en taille ou en dimension 
rallonger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rallonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rallongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rallongerai
ενεστώτα μετοχή
rallongeant
παθητική μετοχή
rallongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rallongions
Παραδείγματα
Elle a rallongé sa robe pour le mariage. 

Εκείνη επέκτεινε το φόρεμά της για το γάμο.

02

παρατείνω, επεκτείνω

prolonger la durée d'une action ou d'un événement 
Παραδείγματα
Le professeur a rallongé le temps de l'examen. 

Ο καθηγητής παράτεινε τον χρόνο της εξέτασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store