Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rallonger
01
επιμηκύνω, παρατείνω
rendre quelque chose plus long en taille ou en dimension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rallonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rallongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rallongerai
ενεστώτα μετοχή
rallongeant
παθητική μετοχή
rallongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rallongions
Παραδείγματα
Elle a rallongé sa robe pour le mariage.
Εκείνη επέκτεινε το φόρεμά της για το γάμο.
02
παρατείνω, επεκτείνω
prolonger la durée d'une action ou d'un événement
Παραδείγματα
Le professeur a rallongé le temps de l'examen.
Ο καθηγητής παράτεινε τον χρόνο της εξέτασης.



























