le ragoût
ra
ʁa
ra
goût
gu
goo
ragot

Ορισμός και σημασία του "ragoût"στα γαλλικά

01

στιφάδο, ραγκού

plat mijoté où la viande, le poisson ou les légumes sont cuits lentement dans une sauce ou un bouillon, souvent aromatisé avec des herbes et des épices 
le ragoût definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ragoûts
Παραδείγματα
Le ragoût de bœuf mijote depuis deux heures. 

Ο στιφάδο βοδινού σιγοβράζει εδώ και δύο ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store