Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rafraîchir
01
δροσίζω, δροσίζομαι
devenir moins chaud ou se sentir plus frais
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
rafraîchis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rafraîchissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rafraîchirai
ενεστώτα μετοχή
rafraîchissant
παθητική μετοχή
rafraîchi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rafraîchissions
Παραδείγματα
Je vais me rafraîchir sous la douche après le sport.
Πάω να δροσιστώ κάτω από το ντους μετά τον αθλητισμό.
02
ανανεώνω, αναζωογονώ
rendre quelque chose plus récent ou plus clair
Παραδείγματα
Je vais vous rafraîchir la mémoire.
Θα ανανεώσω τη μνήμη σας.



























