Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rafraîchir
01
δροσίζω, δροσίζομαι
devenir moins chaud ou se sentir plus frais
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
rafraîchis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rafraîchissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rafraîchirai
ενεστώτα μετοχή
rafraîchissant
παθητική μετοχή
rafraîchi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rafraîchissions
Παραδείγματα
Les arbres aident à se rafraîchir à l' ombre.
Τα δέντρα βοηθούν να δροσιστείτε στη σκιά.
02
ανανεώνω, αναζωογονώ
rendre quelque chose plus récent ou plus clair
Παραδείγματα
Ce cours va rafraîchir vos compétences en gestion.
Αυτό το μάθημα θα ανανεώσει τις δεξιότητές σας στη διαχείριση.



























