Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raconter
01
αφηγούμαι, διηγούμαι
dire ou narrer un événement, une histoire ou une expérience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raconte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
racontons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raconterai
ενεστώτα μετοχή
racontant
παθητική μετοχή
raconté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
racontions
Παραδείγματα
Ils racontent toujours leurs souvenirs de vacances.
Πάντα αφηγούνται τις αναμνήσεις των διακοπών τους.



























