raconter
raconter
ʁakɔ̃te
rakawte
racheter

Ορισμός και σημασία του "raconter"στα γαλλικά

raconter
01

αφηγούμαι, διηγούμαι

dire ou narrer un événement , une histoire ou une expérience 
raconter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raconte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
racontons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raconterai
ενεστώτα μετοχή
racontant
παθητική μετοχή
raconté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
racontions
Παραδείγματα
Elle raconte une histoire fascinante à ses enfants. 

Αυτή αφηγείται μια συναρπαστική ιστορία στα παιδιά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store