Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raccrocher
01
κλείνω το τηλέφωνο, αποσυνδέω
mettre fin à une communication téléphonique en posant le combiné ou en coupant la ligne
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raccroche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
raccrochons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raccrocherai
ενεστώτα μετοχή
raccrochant
παθητική μετοχή
raccroché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
raccrochions
Παραδείγματα
Elle a raccroché le combiné doucement.
Αυτή έκλεισε το ακουστικό απαλά.
02
αγκαλιάζω, κολλώ
s'accrocher fermement à quelque chose, souvent pour obtenir de l'aide ou du soutien
Παραδείγματα
Ne te décourage pas, raccroche - toi à tes rêves.
Μην αποθαρρύνεσαι, κράτησε γερά τα όνειρά σου.



























