Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
qualifier
01
χαρακτηρίζω, περιγράφω
donner une caractéristique ou une description à quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
qualifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
qualifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
qualifierai
ενεστώτα μετοχή
qualifiant
παθητική μετοχή
qualifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
qualifiions
Παραδείγματα
Le critique a qualifié la peinture de remarquable.
Ο κριτικός χαρακτήρισε τον πίνακα αξιοσημείωτο.
02
προκρίνομαι, κερδίζω την πρόκριση
obtenir le droit de participer à une étape suivante dans une compétition
Παραδείγματα
Le club s' est qualifié malgré les difficultés.
Η ομάδα προκρίθηκε παρά τις δυσκολίες.
03
προσδιορίζω, καθιστώ κατάλληλο
rendre quelqu'un ou quelque chose apte ou admissible à une fonction, un rôle ou une condition
Παραδείγματα
Le cours qualifie les élèves pour passer un examen spécifique.
Το μάθημα προσόντοποιεί τους μαθητές για να δώσουν ένα συγκεκριμένο διαγώνισμα.



























