Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
présidentiel
01
προεδρικός, του προέδρου
qui se rapporte au président ou à la présidence d'un pays
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
présidentiel
αρσενικό πληθυντικό
présidentiels
θηλυκό ενικό
présidentielle
θηλυκό πληθυντικό
présidentielles
Παραδείγματα
Le scrutin présidentiel aura lieu en avril.
Οι προεδρικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν τον Απρίλιο.



























