présidentiel
Pronunciation
/pʁezidɑ̃sjˈɛl/

Ορισμός και σημασία του "présidentiel"στα γαλλικά

présidentiel
01

προεδρικός, του προέδρου

qui se rapporte au président ou à la présidence d'un pays
présidentiel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
présidentiel
αρσενικό πληθυντικό
présidentiels
θηλυκό ενικό
présidentielle
θηλυκό πληθυντικό
présidentielles
Παραδείγματα
La décision présidentielle a surpris tout le monde.
Η προεδρική απόφαση εξέπληξε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store