Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
présidentiel
01
προεδρικός, του προέδρου
qui se rapporte au président ou à la présidence d'un pays
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
présidentiel
αρσενικό πληθυντικό
présidentiels
θηλυκό ενικό
présidentielle
θηλυκό πληθυντικό
présidentielles
Παραδείγματα
La décision présidentielle a surpris tout le monde.
Η προεδρική απόφαση εξέπληξε όλους.



























