Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
précéder
01
προηγούμαι, προλαμβάνω
venir avant quelqu'un ou quelque chose dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
précède
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
précédons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
précéderai
παθητική μετοχή
précédé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
précédions
Παραδείγματα
La lettre a précédé son arrivée.
Το γράμμα προηγήθηκε της άφιξής του.
02
προηγούμαι, πηγαίνω μπροστά
se trouver ou marcher devant quelqu'un
Παραδείγματα
Le chef précédait ses soldats sur le champ de bataille.
Ο αρχηγός προηγούνταν των στρατιωτών του στο πεδίο της μάχης.



























