précéder
pr
pʁe
pre
écé
se
se
der
de
de
présiderpréciserprocéderpréluder

Ορισμός και σημασία του "précéder"στα γαλλικά

précéder
01

προηγούμαι, προλαμβάνω

venir avant quelqu'un ou quelque chose dans le temps 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
précède
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
précédons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
précéderai
παθητική μετοχή
précédé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
précédions
Παραδείγματα
La tempête a précédé l'inondation. 

Η καταιγίδα προηγήθηκε της πλημμύρας.

02

προηγούμαι, πηγαίνω μπροστά

se trouver ou marcher devant quelqu'un 
Παραδείγματα
Il précédait le groupe pendant la marche. 

Προηγούνταν της ομάδας κατά τη διάρκεια του περιπάτου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store