Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
précipiter
01
ορμώ, βιάζομαι
se jeter rapidement ou brusquement quelque part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
précipite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
précipitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
précipiterai
ενεστώτα μετοχή
précipitant
παθητική μετοχή
précipité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
précipitions
Παραδείγματα
Il s'est précipité dans la rivière pour sauver le chien.
Έσπευσε στο ποτάμι για να σώσει το σκυλί.
02
βιάζομαι, ορμώ
courir vite en faisant des petits pas
Παραδείγματα
Les enfants se sont précipités vers le bus.
Τα παιδιά έσπευσαν προς το λεωφορείο.



























