précipiter
Pronunciation
/pʀesipite/

Ορισμός και σημασία του "précipiter"στα γαλλικά

précipiter
01

ορμώ, βιάζομαι

se jeter rapidement ou brusquement quelque part
précipiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
précipite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
précipitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
précipiterai
ενεστώτα μετοχή
précipitant
παθητική μετοχή
précipité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
précipitions
Παραδείγματα
Ne te précipite pas, réfléchis avant d' agir.
Μην βιαστείς, σκέψου πριν δράσεις.
02

βιάζομαι, ορμώ

courir vite en faisant des petits pas
précipiter definition and meaning
Παραδείγματα
Ne te précipite pas, prends ton temps.
Μην βιαστείς, πάρε τον χρόνο σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store