Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prononcer
01
προφέρω, αρθρώνω
dire un mot ou une phrase de manière compréhensible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prononce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prononçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prononcerai
ενεστώτα μετοχή
prononçant
παθητική μετοχή
prononcé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prononcions
Παραδείγματα
Nous devons prononcer chaque mot distinctement.
Πρέπει να προφέρουμε κάθε λέξη ξεχωριστά.
02
προφέρω, λέω
dire ou formuler une parole, un discours
Παραδείγματα
Le professeur prononce ses conseils à voix haute.
Ο δάσκαλος προφέρει τις συμβουλές του δυνατά.



























