propager
Pronunciation
/pʁɔpaʒˈe/

Ορισμός και σημασία του "propager"στα γαλλικά

propager
01

διαδίδω

faire passer quelque chose à d'autres ou l'étendre
propager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
propage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
propageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
propagerai
ενεστώτα μετοχή
propageant
παθητική μετοχή
propagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
propagions
Παραδείγματα
Les militants propagent le message de la campagne.
Οι ακτιβιστές διαδίδουν το μήνυμα της εκστρατείας.
02

διαδίδω, εξαπλώνω

se répandre ou s'étendre
propager definition and meaning
Παραδείγματα
Le bruit s' est propagé au village entier.
Ο θόρυβος διαδόθηκε σε ολόκληρο το χωριό.
03

διαδίδω, πολλαπλασιάζω

augmenter ou multiplier quelque chose
Παραδείγματα
Les chercheurs propagent des micro-organismes pour leurs expériences.
Οι ερευνητές πολλαπλασιάζουν μικροοργανισμούς για τα πειράματά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store